Στην πλατεία Μαβίλη είχα να βολτάρω αρκετά χρόνια, από τότε που η μέρα μου μέτραγε πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες και το ξημέρωμα μ’ έβρισκε να χαζεύω την ανατολή πάνω στην πλατεία, αγκαζέ με το παρεάκι που δουλεύαμε μαζί στο τότε Ginger. Στις πέντε η ώρα το πρωί η αδρεναλίνη ξεχείλιζε ακόμα, κανείς δεν πήγαινε για ύπνο, ούτε κι η πλατεία. Βλέπεις, πλανιόταν μια υπέροχη αίσθηση ότι όλα τα ωραία μπορούσαν να συμβούν κι εμείς έπρεπε να είμαστε ξύπνιοι να τα προλάβουμε.

Κι ήταν έτσι, χειμώνα καλοκαίρι.

Προχτές το βράδυ, δημιουργήθηκε αιφνίδια ένα από αυτά τα ευλογημένα κενά στο πρόγραμμα κι είπα να περπατήσω στην πλατεία ξανά, με τα τωρινά μου μάτια, πιο καλοκοιμισμένα κι ενήλικα, ίσως περισσότερο ενήλικα απ’ όσο χρειάζεται, που όμως κάτι έχουν κρατήσει από εκείνες τις απίθανες νύχτες, τις γεμάτες ανοιχτωσιά κι ελευθερία. Την ώρα που αποφάσισα να περπατήσω, έκλειναν τα μαγαζιά στην Αθήνα, με αποτέλεσμα να γίνεται το αδιαχώρητο στους δρόμους της πλατείας από αυτοκίνητα – είναι η στιγμή που αισθάνεσαι την πολυτελή υπεροχή του πεζού: τα αυτοκίνητα γύρω σου είναι ακινητοποιημένα, οι οδηγοί βράζουν από θυμό, το άγχος ξεχειλίζει από τις εξατμίσεις ενώ εσύ κινείσαι αενάως με χάρη κι ευελιξία στο πεζοδρόμιο, απομονώνοντας τους έξω θορύβους και προσπαθώντας να επικεντρωθείς στον περίπατό σου. Σε αυτή την κάπως «ζεν» κατάσταση, άρχισα τη βόλτα μου από τη Σούτσου (Δημητρίου: κάποτε δημάρχου Αθηναίων) που είναι ο ένας από τους τρεις δρόμους που ορίζουν την πλατεία – οι άλλοι δύο είναι η Βασιλίσσης Σοφίας και η Δορυλαίου.

Λοιπόν, η πλατεία Μαβίλη είναι μια πράσινη πλατεία, ένα μικρό καταπράσινο τρίγωνο μέσα στην πολύβουη τσιμεντένια πόλη, γεμάτη νερά και παγκάκια. Το συντριβάνι της μετράει έξι πίδακες νερού παρακαλώ, πράγμα που φτιάχνει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ροής και ενέργειας. Μέσα στην πλατεία υπάρχουν άφθονα δέντρα ενώ σε κάποια σημεία ανακαλύπτεις κάτι αναπάντεχες συστάδες από φοίνικες κι άλλα εξωτικά φυτά με φύλλα σα σπαθιά.

Είναι μια πλατεία που φιλοξενεί όχι ένα αλλά δύο αγάλματα: το ένα είναι η προτομή του Λορέντζου Μαβίλη του ποιητή, και το άλλο η μπρούντζινη φιγούρα μιας καθιστής γυναίκας, της οποίας την ταυτότητα δεν μπόρεσα να δω. Γνωρίζω πως σ’ εκείνο το σημείο είχε κάποτε τοποθετηθεί η προτομή της Αλίκης Βουγιουκλάκη, η οποία όμως απομακρύνθηκε τελικά και τώρα είναι εκεί αυτή η γυναίκα, μισοκαθισμένη πάνω στο βάθρο της, ίσως έτοιμη να φύγει από εκεί, ίσως έτοιμη ν’ αφήσει τη μπρούτζινη ακινησία της, να σκαρφαλώσει τα κάγκελα που την περιβάλλουν και να ελευθερώσει το βήμα της πιο πέρα απ’ την πλατεία. Περπατώντας πιο πέρα απ’ την πλατεία, κοντοστάθηκα στην οδό Δορυλαίου, κι ο πειρασμός να την ξανακοιτάξω μέσα απ’ το βλέμμα των μαγαζιών της (μερικά απ’ τα πιο ωραία μπαρ της πόλης είναι εδώ) ήταν μεγάλος. Αντιστάθηκα.

Έκανα αριστερά, παρέκαμψα με χαριτωμένα βήματα το παρελθόν μου κι άφησα το βλέμμα μου να χαθεί στα τελάρα με τα πολύχρωμα φρούτα στο μανάβικο αριστερά. Δεν ξέρω τι ώρα κλείνει αυτός ο άνθρωπος, μπορεί και να μην κλείνει καθόλου, πάντως αυτά τα τελάρα με τα φρούτα είναι πρόκληση για τις αισθήσεις μέσα στη νύχτα. Συνέχισα να περπατάω στη Δορυλαίου χαζεύοντας τα κτήρια: παλιές καλοδιατηρημένες πολυκατοικίες, μάρτυρες μιας κομψής αστικής ζωής του παρελθόντος, φροντισμένες και καθαρές στο παρόν, γιατί να μην είναι κι άλλες παλιές γειτονιές της Αθήνας έτσι;

Χώθηκα για λίγο στην οδό Μακεδόνων, κάθετη στη Δορυλαίου, θέλοντας να δω κι άλλα ωραία κτήρια αλλά φαίνεται πως η παρουσία μου με τη φωτογραφική μηχανή ανησύχησε τους σεκιουριτάδες της περιοχής (τι να φυλούν άραγε; είναι κάτι πραγματικά πολύτιμο;) με αποτέλεσμα να βλέπω κάθε λίγα λεπτά διάφορες αντρικές φιγούρες να ξεπετάγονται από το πουθενά, να με κοιτούν για λίγο «τυχαία» -ω, μα ήταν τυχαίο – και μετά να μιλούν μυστικοπαθώς σ’ έναν ασύρματο. Εντάξει παιδιά, το κατάλαβα, φεύγω, αν και μου άρεσε που έγινα για λίγα λεπτά κι εγώ μυστηριώδης ανησυχητική φιγούρα, ποιος ξέρει τι σημαντικές πληροφορίες αποτύπωνα με τη φωτογραφική μου μηχανή, μου λες;

Επιστρέφοντας λίγο σκανδαλισμένη στη γωνία Μακεδόνων και Δορυλαίου, με χτύπησε ξαφνικά μια έντονη μυρωδιά άνοιξης: το γωνιακό κτήριο σ’ αυτό το σημείο έχει κατεδαφιστεί, και το χώρο έχουν, ευτυχώς, ανακαταλάβει ωραιότατα αγριολούλουδα. Ο χώρος αυτός είναι περιφραγμένος, οι μαργαρίτες προστατεύονται με συρματόπλεγμα, να κάτι πολύτιμο που χρειάζεται προστασία, ο ιδιοκτήτης επιμένει με ταμπέλες «όχι σκουπίδια εδώ» κι η βλάστηση κρατάει γερά, κάτω από τον πανύψηλο τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας που δείχνει την ηλικία της ανάγλυφη πάνω στην ακάλυπτη μεσοτοιχία – δηλαδή σ’ αυτά τα πλακάκια που βλέπω στον τοίχο του δεύτερου ορόφου, κάποτε κάποιος μπανιαριζόταν; Λίγο πιο πάνω στη Δορυλαίου, εκεί, δίπλα στην Αθηναϊκή Κλινική, χώθηκασ΄ ένα μικρό αδιέξοδο και ξαφνικά είχα την εντύπωση ότι μπήκα σε σκηνικόπαλιάς ελληνικής ταινίας: μια φωτισμένη είσοδος παλιάς πολυκατοικίας, μερικέςπεριποιημένες νεραντζιές στη σειρά, παρτέρια φροντισμένα και μια γαλήνια ησυχία σχεδόν σαν ηχητική παρένθεση στο βουητό της πόλης. Στάθηκα εκεί, το φεγγάρι από πάνω μου χαμογελούσε, μου φάνηκε πως κάτι μου έλεγε γι’ αυτή την περιοχή που αναμετριέται με το χρόνο και τη φθορά, που φτιάχνει το παρόν της χωρίς ν’ αποσυνδέεται από το παρελθόν της, μπορεί και κάτι να μου έλεγε για μένα το φεγγάρι, ίσως να σου μιλήσει και σένα, αν αποφασίσεις να κάνεις ένα νυχτερινό χειμωνιάτικο περίπατο στην πλατεία Μαβίλη, ποτέ δεν ξέρεις…

Χαριτίνη Καρρά